Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Το Μάτι του Λύκου

Posted in Uncategorized on September 6, 2016 by cassandrasbox

 

 

 

15 Μαΐου 2016

Οφηλία είπες. Το όνομα μικρό. Μεγάλη η ιστορία. Κόβεται σα νήμα. Στις οχτώ το απόγευμα. Όλα τα λουλούδια. Του βυθού στολίδια. Έρχονται στα πόδια. Τυλίγουν  τα φτερά. Η θεμελίωση του εαυτού. Σε είδα πριχού. Να βυθίζεσαι ελαφρά. Σε μεταξένια λάσπη. Κατατρώγεσαι ολόκληρη Αφροδίτη. Θεά της λάσπης. Κάτω-κάτω βαθιά. Δε μένει τίποτα. Απαράλλαχτη εσύ μειδιάς. Οφηλία είπες. Το όνομα μικρό. Η δόξα η μεγάλη. Και το μάτι του λύκου γίνεται κρύσταλλο φακός κατευθυντικός που σε φυλακίζει μέσα στο βλέμμα. Μένει μόνο να σηκωθείς μιαν ανάσα για να δεις. Μα μένεις εκεί μαρμαρωμένη και λευκή σα φάντασμα. Για την Οφηλία δε θα μιλήσω άλλο, αλλά για το λύκο που έρχεται κάθε βράδυ στον βράχο του και κλαίει για σένα. Που δεν έγινε ακόμα αστερισμός, που δεν έμεινε όνομα για σένα πάνω στον ουρανό. Αλλά έκπτωτο αστέρι είσαι χαμένο στο νερό. Ο λύκος παρατηρεί, κι είπε αυτά με τους γόους ενός ελεύθερου τετράποδου.

6 Σεπτεμβρίου 2016

Κι η Οφηλία κάθεται κάτω από το νερό και νεύει ήσυχα μαζί με το ρεύμα του ποταμού. Περιμένει ένα σημάδι της φύσης. Περιμένει την πανίδα να μιλήσει με ξόρκια κι ευχές. Κι η φύση επανήλθε και είπε:

Ο λύκος ήρθε και άφησε τα δόντια του και ένα κομμάτι ευαίσθητης γούνας για σένα. Το γεράκι στο πέταγμά του έριξε βροχή τα φτερά και από το ποτάμι ξεπετάχτηκαν τα ψάρια κόυ με φανταστικά χρώματα και παχουλά μεγέθη που σε έκαναν να κλαις εκεί μέσα στο νερό. Όλα ψέλλιζαν «πνιγμένη Οφηλία, πνιγμένη» και προσπαθούσαν την κόρη να πείσουν να βγει από το νερό. Κι όλα σε κύκλους εδέησαν προσφορά μεγάλη. Η Οφηλία να φύγει από τον βούρκο του νερού, μεγάλο αστέρι ή αστερισμός να γίνει. Να βόσκει το μεγάλο εβένινο ουρανό μέχρι το μεγάλο πλήρωμα του χρόνου. Κι ο αετός έπιασε με τα δυο πόδια του την κόρη την ανέβασε ψηλά-ψηλά στον ουρανό. Κι από κει το μάτι του λύκου την έστειλε στον αστερισμό Λυκάονα. Και τα ψάρια μεταμορφώθηκαν σε ιπτάμενου δράκοντες που έπαιξαν σιμά στο φόρεμα της Οφηλίας. Και τότε η Οφηλία για πρώτη  φορά ράγισε ένα χαμόγελο και αστρική βροχή εξανεμίστηκε παντού στο κενό που χωρίζει τα ουράνια σώματα…

Κι έτσι υπάρχει ακόμα και για την απώλεια μία ανακούφιση και μια παρηγοριά μεγάλη. Η ιστορία και η μυθολογία που μένει ακόμα και μετά τον θάνατο του φυσικού προσώπου. Είναι η παρηγοριά μιας μελαγχολίας μεγάλης που λέγεται αγάπη της ζωής και η ζωή που είναι όμορφη σα ζάλη…

 

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Αστερόεσσα

Posted in Uncategorized on June 27, 2016 by cassandrasbox

Στην αστερόεσσα προσευχήσου να μη σου χαλάσει το όχημα που σε μεταφέρει από μέρα σε μέρα κι ας είναι αυτό το σώμα σου, ο νους σου, μία βάρκα, ένα καρυδότσουφλο στο τυφλό κύμα. Μελετούσα τις επαναλήψεις της θάλασσας. Της έγνεφα μια ερώτηση και απαντούσε με την άλμη της σα φλοίσβος το αιώνιο ναι. Γιατί είμαι δω; Ναι. Γιατί μου μιλάς; Ναι. Και πέρασαν μέρες και νύχτες πολλές που πέρασα ναυαγός από το σώμα μου πάνω στο νησί. Γύρω από το νησί νεκροί πολεμιστές και ναυαγισμένα καράβια. Έμεναν ερείπια και ναυάγια ξεχασμένα μέσα στον βόρβορο του βυθού. Τριγύρω ξιφίες παίζανε με τα νερά. Περικυκλωμένος ήμουν ναυαγός. Εγώ και ο Σικελιανός με το αρχαίο ένδυμα σε εκείνο το ερημικό μέρος με το μοναστήρι με τις καλόγριες απέναντι. Κι ο ήλιος άλλοτε έδυε και ανέτειλε με τις βιομηχανίες και τα λερά λιμάνια απέναντι. Κοίταζα και μέτραγα το κύμα. Ξέχναγα το μέτρημα και ξεκίναγα πάλι από το μηδέν. Όταν ζεσταινόμουν έκανα να μπω στο νερό, αλλά θυμόμουν την μόλυνση και έκανα πίσω. Ύστερα έπιανα πάλι το μέτρημα. Μέτραγα αντρικά ονόματα μέσα στο νερό. Ονόμαζα τα βότσαλα και έκανα παιχνίδια κάθετα στο κύμα. Κάθε άντρας άντεχε διαφορετικό αναπήδημα στο νερό. Κι έκλαιγα που ξέχναγα το μέτρημα. Το δειλινό ήταν γλυκό και φοβόμουν το δείλι και τότε ο βραχνάς θα ερχόταν να με βρει στο μέτρημα προβάτων πάνω στον ουρανό. Κι εκεί όλοι οι υπολογισμοί ναυαγήσαν. Μέτραγα κατηγορίες. Έκλεινα ρήματα. Μέτραγα λεφτά μετοχές. Υπολόγιζα και έκλεινα λογαριασμούς. Ύστερα, με σκούντησε ο συνοδηγός. Ήμουν στο βενζινάδικο. Έδωσα χαρτονόμισμα. Δεν πήρα ρέστα. Νέφος κάλυψε το φευγιό μας…

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Το Νεκρό Γάλα

Posted in Uncategorized on June 27, 2016 by cassandrasbox

Είναι η μεγάλη αγελάδα. Ξαπλώθηκε μαύρη με στίγμα και λεκέδες λευκούς πάνω στον ουρανό. Από δω ως τη μεγάλη βόρεια χώρα βγήκε να βοσκήσει ανθρώπους και το γάλα που της βγήκε: γάλα νεκρό που θα τάιζε τις νεκρές μέρες αργίας μας. Κι η λύπη ήταν τόσο μεγάλη που απλώθηκε σαν κατάρα στα σύννεφα τα καμένα από ανθρώπινο χέρι. Από δω ως τη Μεγάλη Βόρεια Χώρα γέμισε Μαργαρίτες μισοθαμμένες με τα ωραία ξανθά μαλλιά να εξέχουν από τα χώματα του τάφου. Και κλαίγαμε με μαύρο δάκρυ κάθε που έπρεπε να βουτήξουμε τον άρτον τον επιούσιον μέσα στο φαρμακωμένο γάλα της μαύρης αγελάδας. Τα παιδιά παίζανε σκοινάκι με τα φίδια της αυλής και γελούσαν ότι τέτοιο ήταν το παιχνίδι της ζωής. Και τα χέρια μου τρέμανε από το φόβο της χθεσινής, της σημερινής και της αυριανής μέρας. Τέτοιο είναι το γάλα που ρουφάμε από νεκρή αγελάδα. Κι η αγελάδα έφυγε από τον ουρανό και ξαπλώθηκε στην μεγάλη ακτή που έβλεπε στα νερά της μεγάλης υφηλίου. Κι ήταν τέτοια η οδύνη που συναντούσαμε με το αμάξι στη μεγάλη διαδρομή για να πάμε μετανάστες και πρόσφυγες στα κρατητήρια της μεγάλης Βορινής χώρας και συναντούσαμε νεκρές γυναίκες που τις βαφτίζαμε Μαργαρίτες. Τα ταλαιπωρημένα μαύρα μαλλιά τους ξάνθιζαν σαν χρυσός κάτω από την πυρά του καυτού ήλιου και δάκρυα πλαισιώνανε τις ζωές μας. Και στο τραπέζι το καθημερινό ο άρτος ο επιούσιος και δίπλα αυτό το καταραμένο ποτήρι με το γάλα της νεκρής αγελάδας. Και κλαίω ω κλαίω και στα μάτια μου αυτό το γάλα νεκρής αγελάδας. Το πίνω και πίνω όλες τις μαύρες σκέψεις που γέννησε η μαύρη αγελάδα που ξαπλωμένη ήταν πάνω στον ουρανό και τώρα έξω στην ακτή. Αύριο στα παιδιά μας θα αντικαταστήσει τα ζώα της αυλής και τα παιδιά θα αφήσουν τα φίδια και θα παίζουν με τη μεγάλη παχιά νεκρή αγελάδα. Και κλάματα ω κλάματα στα ξανθά μαλλιά μιας σύριας που έχασε το δρόμο και δρόμος φρικτός την κατάπιε ζωντανή όπως εμείς εκείνο το γάλα της νεκρής αγελάδας. Που χαρούμενη απλώνει το τεράστιο σώμα της πρώτα στον ουρανό και σιγά-σιγά κατέβηκε πάνω στην ξανθή ακτή και σύντομα θα μπει σα σκιά μέσα στα σπίτια μας και σύντομα θα γίνει κηλίδα μαύρο αίμα που αφήνει ο εσταυρωμένος. Είναι προσευχή που με το ζόρι μας ταΐζουν στης δίψας πάνω το αποκάρωμα. Και κλαίω ω κλάματα που με πήραν από τέτοιο μολυσμένο γάλα βγαίνει η οδύνη της στιγμής. Για τη Μαργαρίτα που ονόμασα έτσι μια νεκρή στο δρόμο. Που αίμα λευκό έβγαινε ξεβρομισμένο μέσα από το στόμα της. Που δεν πρόλαβα να ακούσω τα τελευταία της λόγια. Γιατί είμαι σίγουρος ότι εκείνο το γάλα ήταν που ήπιε και την φαρμάκωσε να παραμένει ξεφλουδισμένη και ξεφτισμένη και αποχρωματισμένη σαν μια ξανθή καλλονή της Βορινής Χώρας της μακάριας. Αυτό το γράμμα γράφω για σένα Μαργαρίτα που δεν ανθίζεις όπως το λουλούδι του αγρού. Που δεν ανεμίζεις τα μαύρα σου μαλλιά. Εγώ γράφω ο Γιόσουφ  ο ξεχασμένος φίλος της ανατολής.

 

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Έως Το Έως

Posted in Uncategorized on June 20, 2016 by cassandrasbox

salamis

Σαλαμίς, εικοστή μέρα του Ιούνη, 16′

 

Το φως του ήλιου θα πέσει στην πιο άβυσσο καταρράκτη της καρδιάς. Κι από το πλέγμα που θα στήσουν τα άστρα με τα νεφελώματα θα προκύψει μια βοή ανθρώπινη πιο πνιγηρή από του Αιόλου τις παλινωδίες. Ήταν το κρίμα δεμένο στον λαιμό όπως ένα κοφτερό λεπίδι στην άκρη του νήματος. Ύστερα, η βοή συθέμελα συντάραξε την πλάση. Ήταν λύκοι σε αγέλη οι συνειρμοί και βγήκαν να δαγκάσουν τη σάρκα της πανσελήνου που πλήρης την 21 του Ιούνη κοίταζε τον πλανήτη γη όπως η ηλιόλουστη κόρη τον εκτελεστή της. Κι όμως στα σύννεφα υπάρχει δικαιοσύνη που βρέχει μια βροχή στο καυτερό χωριό που πάσχει από σύγχυση ήθους. Ήταν ένα καραούλι ένα γιαταγάνι που έκοβε με σπαθιές τον ουρανό. Ήταν τα παιδιά που έπεφταν στη γη σαν άστρα. Γεννιόντουσαν σα νούφαρα στην ήσυχη λίμνη. Η μοναξιά φύτρωνε κισσούς και κάλυπτε τα πάντα. Από τον αρχαίο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο έως τον μελαγχολικό όλο υγρασία ναό του μεγάλου μαχαιριού. Όλοι οι τόποι, όλοι οι άνθρωποι και πλάσματα αγωνιωδώς πρόσμεναν το πέρασμα του μεγάλου αστεριού πάνω από το πλατύ μέτωπο της ολονυχτίας. Βγήκαν περαντζάδα το βράδυ κρατώντας φαναράκια. Μια κηδεία ξεχασμένη, είχε χάσει τη διαδρομή για το νεκροταφείο και μέρες περιφερόταν ως αργά το βράδυ στο νησί. Οι άνθρωποι ήσαν σκιές του ανέμου και σκόνη. Άλλοτε φώναζαν και σπάραζαν και οι γραμμές τους συγκεκριμενοποιούνταν. Άλλοτε σκλήριζαν και το σχήμα τους ξεθώριαζε σε ομίχλη. Και το νησί καλύφθηκε από μια αστρική άχλη που θα παρέμενε έως το έως γίνει από χρονικό επίρρημα σε ρήμα τέλους και σκοπού. Οι μέρες γίνανε νύχτες. Οι εποχές στιγμές και οι αιώνες ακλόνητοι βράχοι στην έξοδο του τάφου.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Ευχαριστώ

Posted in Uncategorized on June 10, 2016 by cassandrasbox

sea

(photo by http://globe-views.com)

Μικρά θαύματα σαν πέρλες. Και λέξεις όνειρο από σουγιά. Ξύριζα τη μέρα σε νύχτα και τα μαλλιά του σκοταδιού τύλιγαν σαν υγρό της καρδιάς τον πυθμένα. Ευχαριστώ έγνεψα στην θεά Ίσις. Γιατί το βουνό ήταν αψηλό και με τη σκιά του με προστάτευε από τη λάβα που εκσφενδονιζόταν από το πυριφλεγές εσωτερικό. Ευχαριστώ ψέλλισα όταν στο σπάσιμο του γυαλιού μπήκε προστατευτικό μπαμπάκι μπροστά στα μάτια μου τώρα βλέπω και γνέφω ξέγνοιαστη χρυσή τυφλότητα. Ευχαριστώ έγνεψα του ουρανού που παραμένω αέρινη οπτασία και πνεύμα αντιρρησία. Ευχαριστώ έγνεψα της θάλασσα που παραμένω αλμυρή νοσταλγία και μνήμη ελέφαντα κάθε τόπου κακότητα. Και στον ήλιο που καίει έσκυψα με το ένα χέρι στην καρδιά και ευχαρίστησα για τις σουβλιές που μου στέλνει, που μου καίει το παρτέρι, που μου σκοτεινιάζει το δέρμα. Για όλα αυτά έγνεψα ευχαριστώ. Και δεν ήξερα αυτό το ευχαριστώ σαν τι θα σήμανε. Σα νεύμα κατανόησης ή σαν ανταλλαγή ιδεών. Δεν ήξερα. Και την κατανόηση της άγνοιας, ονόμασα ευχαριστώ. Τη γνώση παρακαλώ.

 

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Οφηλίας Ρήμα

Posted in Uncategorized on May 15, 2016 by cassandrasbox

ellen_kooi_almere_ophelia-2006

(Photo byEllen Almere Kooi-Ophelia,2006)

Οφηλία, ένα πρόσωπο γνωστό. Φοβάσαι ξέρω το νερό. Όπως ο κρεμασμένος και το σπίτι του το σκοινί. Οφηλία, πρόσωπο κλασσικό με μια ομορφιά που θέλει χαραμισθεί. Ένεκα εκείνης της αγάπης που το όμορφο και ανθηρό σκοπός του να μαραθεί. Από πόνο για τη ματαιότητα. Από τη βεβαιότητα ότι όλα επιστρέφουν από το πρώτο χώμα που προήλθαν. Κι ο ουρανός το βράδυ. Θα γεμίσει από λευκά σύννεφα που σχηματίζουν τα κόκκαλα και τα πλευρά. Θα είναι σαν παραλία με λευκή άμμο. Όταν θα γνωρίζουμε Οφηλία ότι πέθανε για έναν σκοπό. Για τη βεβαιότητα της αγάπης που πεθαίνει. Μα ξανάρχεται σε ρίπους. Να σου θυμίζουν ότι θέλει δύο η αγάπη. Μα ο θάνατος παίρνει μόνον τον ένα. Κι αυτό το ένα γίνεται ύστερα αιώνας και θυμάται τα πάντα. Οφηλία ένα πρόσωπο γνωστό. Ναι, ξέρω δε φοβάσαι να πεθάνεις.

Είναι το ρήμα και το πεπρωμένο πικρό της Οφηλίας. Θα σου οφείλω πάντα έναν θάνατο και την αγάπη του. Είναι το ρήμα της Οφηλίας. Ρήμα και παροιμία. Παροιμιώδης θάνατος. Στο νερό απλώνονται με χάρη τα μαλλιά. Ισορροπείς με τα χέρια ανοιχτά. Ο θάνατος ελευθερώνεται σαν αναπνοή. Και το σώμα εκεί στο νερό. Στην ομορφιά της λίμνης του ποταμούς. Σε χαίρω Οφηλία. Γιατί ξέρεις να πεθαίνεις και να παραδίδεις τα σκήπτρα σου. Ως βασίλισσα του ποταμού. Και να γίνεσαι θέμα σε πίνακες και ποιήματα και τραγούδια. Να σε τρέχουν οι ζωντανοί και να μη σε φτάνουν πεθαμένη. Εσύ εκεί, εμείς εδώ Οφηλία. Ω, Οφηλία και από το πρωί σου φτιάχνω μια πρόζα που σε αποθανατίζει ως βραδινή μούσα. Του μεταμεσονυχτίου άστρο. Γοργόνα του νερού. Νούφαρο του πελάγου. Εσύ εκεί. Εμείς εδώ.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι,Οι Ρώσοι το Προτιμούν Καυτό

Posted in Uncategorized on May 13, 2016 by cassandrasbox

 

lenin-embalmed-body-01Ένα μικρό τραγούδι θα σας πω. Στο σπίτι των κόκκινων θα μπω. Κι αυτό που έμοιαζε με ρωσία, δεν είναι άλλο από τους τάρανδους που κάθονταν έξω από το σπίτι μου και με καλούσαν να ντυθώ μπαμπούσκα ασπροκόκκινη να γίνω. Να καθίσω ήσυχα-ήσυχα δίπλα από τον τσάρο που έλκουν το αμάξι του άλογα φασκιωμένα με καπελάκια και κουδουνάκια χάλκινα. Στα μεγάλα χτήματα οι αγρότες ψάλλουν προσευχές για την ευημερία του τσάρου. Κι ευτυχούν χαρούμενοι όλοι χειροκροτώντας παλαμάκια. Στην υγεία του τσάρου λοιπόν. Στην υγεία των γκουλάκ. Κι ας στείλουμε τον ντοστογιέφσκι στον βορρά με τους αντιδραστικούς, αφού τα έβαλε με το λευκό υπέροχο σε όψη χιόνι. Κι είναι η ευτυχία ένας αψεγάδιαστος ουρανός πάνω από την κόκκινη πλατεία. Και στην έπαλξη μέσα στο γυάλινο φέρετρο ο λένιν με το ζωγραφιστό μουστάκι του και δίπλα του ο ταριχευμένος στάλιν στην πολυθρόνα του ψελλίζει το τραγούδι που θέλω να σας. Που μιλά για φιλήσυχος αγρότες. Για εργάτες πιστούς στους τσάρους. Κι οι τσάροι να σφάζουν λείους χοίρους και να πίνουν το πανάκριβο ποτό φτιαγμένο από το αίμα και τον ιδρώτα των δούλων. Κι αυτή ήταν η ρωσία που ονειρεύτηκα. Να γίνω βορράς, να γίνω αστέρια και χιόνι που θα καλύπτει την απεραντοσύνη της. Να γίνω τραγούδι και να γίνω αίτια χορού για όλες τις όμορφες λευκές κοπέλες. Αυτά.