Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Η Μάγια της Ακτής

        Στο σπίτι της Ιταλίας. Εκείνο το γκρι, που γκρεμίστηκε πριν οχτώ χρόνια, επανέρχομαι συχνά. Συγκεντρώνεται η μνήμη μου. Γίνεται γυναίκα με σγουρή κεφαλή. Φοράει ώριμο φουστάνι 37 μαγιών.
      Είμαι πάντοτε εκεί. Φρεσκολουσμένη από μια πνοή ζωής στα κατάμαυρα μαλλιά. Τα αστέρια ξεξασπρίζουν στο λευκό μου δέρμα.
      Αντάμα. Στο κρεβάτι του αρρώστου ξαπλώνει ο πάντα παρατηρητικός πατέρας. Τώρα γινόμαστε κέρινοι. Τα πρόσωπά μας ανακυκλώνονται στου δωματίου την ασφυξία. Κυνηγάω μια ματιά απ’ τον άντρα-φάντασμα. Εκείνος με παρακολουθεί κάτω από το παραλήρημα της αρρώστιας. Ναι, πεθαίνει. Γίνεται φάντασμα αναμνήσεων.
      Στο σπίτι το εγκαταλελειμμένο. Τριγυρίζουν έπιπλα καλυμμένα με σεντόνια. Αχρωματοψία. Μια ασπρόμαυρη γάτα χύνεται ελαστική απ’ τα χέρια. Τότε δυσθυμούμαι. Γίνομαι αερικό. Ανοίγω και κλείνω όλες τις παλιές πόρτες. Διαπερνώ τοιχώματα με άπειρη κομψότητα. Γνωρίζω κάθε αραχνιασμένη γωνιά. Είμαι η γυναίκα του πατέρα μου και πρέπει να δραπετεύσω απ’ το σπίτι της μνήμης!
                                                          ~

     Περπατώ με γυμνά πόδια σ’ ένα ερημικό τοπίο. Η ζεστή αμμουδιά με πνίγει. Το μικρό μου σώμα φαντάζει γοργό εβένινο ζωύφιο που καβαλεί λοφίσκους και κοιλάδες. Το τοπίο τώρα μεταμορφώνεται. Μοιάζει με ένα νοητό πορτρέτο. Είναι πάλι εκείνος ο άντρας που με στοιχειώνει. Τον καλύπτουν ατσαλάκωτα σεντόνια καθώς αργοπεθαίνει στην αρρώστια του. Πρέπει να φύγω! Να αναζητήσω άλλο τοπίο!


     Τρέχω. Από κάτω το κορμί μου, χείμαρρος. Με σπρώχνει προς ένα γκρεμώδες χάσμα. Κατεβαίνω τα βράχια και στην ουσία κυλάω σαν πάθος. Από πέτρα σε πέτρα κατεβαίνω. Δύω στο πιο χαμηλό σημείο. Συναισθάνομαι την αλμύρα ενός αρχαίου βράχου στα νώτα μου. Πρέπει να φύγω! Κινδυνεύω!
     Στην αμμουδιά τα φυτά είναι αραιά. Απλώνουν ως πέρα άσχημα με ξεθωριασμένα χρώματα απ’ την αλμύρα. Βαδίζω και το βήμα πνίγεται. Εδώ η άμμος είναι σαν πνιχτό νερό. Ο χρόνος κυλά και γω τρέχω μαζεύοντας στην τρύπια ποδιά της μήτρας μου κοτρόνες-ηδονές, που χύνονται σαν άμμος απ’ την κλεψύδρα στα σκέλια. Τα χέρια και τα πόδια με ανατριχιάζουν όταν το αδιάλυτο αλάτι πιέζεται όλο τριγμούς. Πρέπει να φύγω!

     Εκείνες: Η ξανθιά γυναίκα. Η μελαψή γυναίκα. Κάθονται στα χαμηλά σκαμπό μπροστά απ’ την κυματιστή θάλασσα. Το σκάκι απλώνει αναμεταξύ τους. Μιλούν και τα ασπρόμαυρα πιόνια εξοντώνονται με αλλεπάλληλες κινήσεις περικύκλωσης. Το μαύρο νικά το λευκό. Το άσπρο ξεφεύγει του σκοτεινού. Κοιτάζω εξεταστικά και τα μάτια εναλλάσσουν ρυθμικά μεταξύ των δυο αταίριαστων γυναικών. Είναι η ματιά εκείνη σαν εκκρεμές που χρονομετρά σε μέρες τον χρόνο. Απειλούμαι από το δούναι και λαβείν μεταξύ φιλικών προσώπων!
    Πως γίνεται τώρα αυτό; Εγώ να κοιτάζω απ’ τα βράχια; Εγώ να μαζεύω πέτρες στην ακρογιαλιά και να χύνομαι ξέστηθη στις άμμους. Πως γίνεται εγώ να βαστώ στην αγκαλιά μου τις κοπέλες; Οι τρεις μας με ένα χαμόγελο να αγναντεύουμε τον ήλιο που τυφλώνει. Το σκάκι κάτω χαμηλά πάντα θα συνεχίζει σαν από μόνο του κινούμενο τις σπασμωδικές κινήσεις ματ.
    Τότε, η συνείδηση ηθελημένα γυρνά στο γκρεμισμένο πατρικό με τον πάντα κατάκοιτο πατέρα μου. Προσμένει μια χείρα βοηθείας και γω τον εγκαταλείπω με το φουστάνι να ταξιδεύει σε κυματισμούς φυγής. Τρέχω! Γκρεμίζομαι από τους βράχους. Περνώ από την ψιχαλωτή άμμο. Προσπερνώ σαν τρελή τρέχοντας το σκάκι της παραλίας.
    Τώρα έχω κλεμμένη στη χούφτα μου τη βασίλισσα λευκή. Τρέχω και αλλάζοντας καρέ βρίσκομαι να κάθομαι στο τραπέζι μιας συνάθροισης σπιτιού με πολύ κόσμο. Εκεί τα πιόνια μου στριμώχνονται μέσα στο πιάτο μου. Είναι τόσα πολλά όσα και οι προθέσεις των ανθρώπων δωματίου! Με καταδιώκουν εμμονές! Θέλω πάντα να φεύγω!
                                                          ~
    Στην παραλία την κατάξανθη. Η γυναίκα του εαυτού μου, Ντυμένη ολάκερη ένα απελεύθερο φουστάνι θηλυκότητας τρέχει με τα παχουλά γλουτά, λαχανιασμένα. Ένα ζαρκάδι πνιγερό είναι το εγώ μου. Τρέχω και ξωπίσω ανοίγεται ένα άπειρο μονοπάτι από νωπές πατημασιές. Είναι ο δρόμος ο τωρινός που ανοίγω γλιστρώντας πάνω στο βελούδινο δέρμα άμμου.
    Τρέχω λαχανιασμένη γνωρίζοντας ότι απειλούμαι τώρα πια απ’ την αχόρταγη θάλασσα. Σβήνει –αυτή- κάθε απόδειξη παρουσίας μου. Κινδυνεύω από τον χρόνο που με ταξίδια μνήμης με φέρνει μπρος και πίσω: Σε παρελθόν και παρόν.
    Τα ίθματα απομένουν να κοιτούν τον ουρανό σαν σπόνδυλοι λαξευμένοι με ειλικρίνεια. Τα βήματα σχηματίζουν την ραχοκοκαλιά ενός ζαρκαδιού νεκρού απ’ ώρα στην ακρογιαλιά του χρόνου.
    Στη νεκρική ακτή, κάτω χαμηλά από το αρχοντικό του Γερμανού πατέρα μου.

 

© Cassandra Alogoskoufi

(republishing is allowed after the written permission of the writer)

Advertisements

Comments are closed.

%d bloggers like this: