Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Le Secret Du Géant

A story of honor and respect for the dead poet, Poe

“Who dares?” he demanded hoarsely of the courtiers who stood near him — “who dares insult us with this blasphemous mockery? Seize him and unmask him — that we may know whom we have to hang at sunrise, from the battlements! ”The Masque of the Red Death

 

           Ο γίγαντας ορκίστηκε να μην αφήσει κανέναν να τον πλησιάζει. Ποτέ ξανά!

            Είχε τη φήμη του ψηλότερου ανθρώπου στην Αγγλία. Μετά τον πόλεμο του Crecy και τα φοβερά ανδραγαθήματά του, του προσέφεραν τους ωραιότερους κήπους που μπορεί να έχει ένας απόστρατος της βασιλικής συνοδείας του Edward III. Κενοί, φοβισμένοι σκλάβοι περιφέρονταν μηχανικά, σκουπίζοντας με το ίδιο τους το δέρμα ότι φτιάχνει την ακαθαρσία στου γίγαντα τους βασιλικούς κήπους. Τελικά ο αιμοδιψής μας γίγαντας τιμήθηκε από τον ίδιο τον βασιλιά με τίτλους ευγενείας.

           Γλήγορα τα χρόνια γοργοκύλησαν. Μα όπως λεγόταν, σε κάθε παραμονή των βασιλικών εορτών ύποπτα ψήλωνε πιότερο τον φράχτη που τον χώριζε από τη λοιπή φριχτή κοινωνία.

           Ο γίγαντας, οπωσδήποτε υπήρξε εχθρικός απέναντι στους ανθρώπους, γιατί όλα αυτά εκδηλώθηκαν προτού κάνει το θανατερό της ξέσπασμα η πανούκλα.

                                               ~

         Όλοι αναρωτιόντουσαν πως κατάφερνε να επιβιώνει μεσ’ το αρχοντικό του μονάχος ο εξηντάχρονος γίγαντας. Μυστικά και κουτσομπολιά είχαν κυκλώσει και πολιορκήσει  το απόρθητο κάστρο.

        Κάποτε ακούστηκε το πιο λογικοφανές  για την επιβίωσή του. Δύο χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, διέταξε να του φέρουν στον πύργο σπόρους δημητριακών και σιτηρών καθώς και από δύο ζευγάρια ζωντανών – θηλυκά και αρσενικά. Στη συνέχεια χτίστηκε το πρώτο τοίχωμα  γύρω από τον πύργο, ενώ κάποιες μαρτυρίες των ανθρώπων του, ομολογούσαν πως ο γίγαντας κατασκεύαζε ατσάλινους, αιωνόβιους υπηρέτες με βάση τις ανυπέρβλητες γνώσεις του στη  χημική και φυσική επιστήμη. Οι σμιλευμένοι με κακουχίες σκλάβοι εκδιώχτηκαν προς την ελευθερία, ενώ ο κήπος χτίστηκε σα ζωντανός ενταφιασμένος, αφήνοντας, για υπόμνηση της παρελθοντικής παρουσίας του γίγαντα, κάποιους μηχανικούς ήχους. Θα ήταν προφανώς τα δαιμονικά κατασκευάσματα, που δούλευαν αδιάκοπα την επιβίωση του αφέντη τους.

        Ο μύθος γύρω από τον γίγαντα  θα είχε λυθεί από την  αρχή, όμως φαίνεται ότι τον γλίτωσε η φοβερή πανούκλα. Οι φήμες και τα κακά σχόλια είχαν φουντώσει τόσο, ώστε να ανταγωνίζονται σε ύψος τα ντουβάρια του κήπου.

        Μια μέρα μαζεύτηκαν εκατό άνδρες καθοδηγούμενοι  από τον  βασιλικό εκπρόσωπο. Ήταν έτοιμοι για να ρίξουν την πέτρα και τα χώματα του τοίχου. Ο εκπρόσωπος δε, ανήγγειλε την  καταδίκη εις θάνατον του πρώην ευνοημένου του βασιλιά, γνωστού και ως γίγαντα του προαστίου Melcombe Regis. Οι κατηγορίες ήταν οπωσδήποτε προδοσία στο πρόσωπο της Αυτού Υψηλότις και παράδοση ψυχής τε και σώματος στις σκοτεινές δυνάμεις του Κακού.

       Όταν τυλίχθηκε η ιερή, βασιλική  μεμβράνα από κατεργασμένο δέρμα, -η περγαμηνή  της  απόδοσης  δικαιοσύνης -έκανε την εμφάνισή της στον ορίζοντα μία κινούμενη μπάλα σκόνης. Κάποιος αποφάνθηκε με στριγκή φωνή, ότι πλησιάζει ο στρατός των δαιμονικών δυνάμεων. Οι εκατό άνδρες παρατάχθηκαν, σε σειρές των δέκα στρατιωτών, η μία πίσω από την άλλη. Είχαν δε στερεώσει τα ακόντια κατά του εχθρικού στρατού. Μετά από λίγες  στιγμές  αναμονής  άρχισαν  να διαφαίνονται  μέσα στην κόκκινη σκόνη τα αλαφιασμένα άλογα με τους φρικαλέους αναβάτες. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή. Τα ακόντια βυθίστηκαν στις  αλογίσιες  σάρκες, ενώ οι  ήδη νεκροί αναβάτες  έπεσαν  στις αγκαλιές των στρατιωτών  χαρίζοντας  τους  τα πανουκλιασμένα όλο  αίμα  φιλιά τους. Ο όχλος πέθανε σκορπίζοντας γύρω από τον κήπο, προτού προλάβει να αποδώσει την θεία δίκη του. Παράλληλα, έσβηναν εκεί οι τελευταίες ελπίδες να φανερωθεί εμπρός στην ανθρώπινη πονηρία το μυστήριο του γίγαντα.

       

          Παντού απλώθηκε ο θάνατος και η σήψη.

          Η περγαμηνή προφανώς βυθίστηκε μέσα στις πλαδαρές σάρκες των πολλών πεθαμένων. Μικροπρεπή ανθρωπάκια, χωριάτισσες και αγρότες, έχοντας σύνεργό τους τη μοχθηρία κείτονταν νεκροί με αίματα να πήζουν στα γκροτέσκα πρόσωπά τους. Δίπλα τους πιστοί μίμοι ξαπλώνονταν, πλαγιαστά, τα βρωμισμένα, με χώματα και λευκασμένο αίμα, παιδιά τους.

         Ο  μόνος  απόηχος  της  εποχής – που εξοντώθηκε  από την  ίδια την αρρώστια της – έμελλε να είναι τα δαιμονικά, ατσάλινα ρομπότ, που δούλευαν ξεφυσώντας φωτιά και μετάλλινους ήχους μέσα στις σάλες του αγγλικανικού αρχοντικού.

 

         Παντού πέρασε ο Μαύρος Θάνατος και η σήψη της πανούκλας…

         Ο ήλιος με τις ευκρινείς αχτίδες του, θαρρείς  πως έπαιρνε τα ηχητικά κύματα και τα βύθιζε στα κορμιά με τις φριχτές στάσεις του θανάτου. Κανείς δεν υπήρχε για να περιγράψει την αποφορά, την ερημιά.

        Και το μυστικό δεν φανερώθηκε ποτέ. Παραμένει στις μέρες μας γνωστό ως le secret du géant τις αλήθειες του οποίου πήραν μαζί τους οι χιλιάδες νεκροί οι φιλημένοι απ’ τα μπλάβα χείλη του  Σκαιού Θανάτου.

                                               ~

          Στις 24 Ιουνίου 1348 η πανούκλα εισήλθε στην Αγγλία με ένα καράβι αρρώστων που προσάραξε στο λιμάνι του Melcombe. Τα ιστία χαλάρωσαν. Η άγκυρα βούλιαξε στα σκοτεινά νερά. Απ’ τη ναυτική μπάρα με το αλμυρισμένο ξύλο κατέβηκαν τρεκλίζοντας στιγματισμένοι άνθρωποι με σαθρά νύχια. Φόραγαν κουκούλες για να κρυφτούν από τα πλήθη κόσμου. Ανάμεσά τους μπερδεύτηκε και ο θάνατος με το ραβδί και το αιώνια αγέρωχο ρούχο. Κατευθύνθηκε προς το πλήθος ενόσω κοίταγε τις σημαίες να ανεμίζουν στο παρηκμασμένο αρχοντικό του Melcombe.

 

 

© Cassandra Alogoskoufi

(republishing is allowed after the written permission of the writer)

 

Advertisements

Comments are closed.

%d bloggers like this: