Κασσάνδρα Αλογοσκουφίτσα@KnotFestival

Kostas Taslakoglou

(C) Kostas Taslakoglou

Ο Αγαθός Κουρέας

 

Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό βασίλειο ζούσε ένας βασιλιάς που είχε μια πολύ όμορφη κόρη με τόσο μακριά μαλλιά που κανένας κουρέας δε μπορούσε να τα χτενίσει έτσι ολόχρυσα που κρέμονταν. Η κόρη του βασιλιά παρέμενε κλεισμένη σε έναν πανύψηλο πύργο καθισμένη χειμώνα-καλοκαίρι στο μοναδικό μπαλκόνι του. Τα μαλλιά της χωρισμένα στα δυο ήταν απλωμένα πάνω από τους δυο ώμους της σχηματίζοντας ξανθούς ποταμούς που απλώνονταν κατά μήκος όλου του βασιλείου. Ο βασιλιάς είχε βάλει στρατιώτες κατά μήκος για να φυλάνε τα μαλλιά της θυγατέρας του. Για να καταφέρει ο βασιλιάς να χτενίσει το παιδί του είχε εφτά στρατιώτες που ρίχνανε κάθε μέρα ένα μεγάλο μολυβένιο χτένι σαν αυτό που έχουν τα άροτρα και σκάβουν τη γη. Το γιγάντιο χτένι έπεφτε από ψηλά και μέχρι να ξεχτενίσουν τη μία μεριά της κόμης έφτανε μεσημέρι και μέχρι να χτενίσουν την άλλη μεριά της κόμης πήγαινε μεσάνυχτα. Κι όταν έφτανε μεσάνυχτα ο βασιλιάς με απόγνωση έβλεπε το παιδί του ατημέλητο μιας και διαπίστωνε ότι η άλλη μεριά της κόμης ήταν πάλι αχτένιστη και πρόσμενε πάλι το ακούραστο χτένι των στρατιωτών. Έτσι οι στρατιώτες δούλευαν διαρκώς και ο βασιλιάς γι’ αυτόν τον λόγο είχε πάρει δύο φρουρές. Μια που κρατούσε βάρδια από τα μεσάνυχτα ως το μεσημέρι και μία βάρδια από το μεσημέρι προς τα μεσάνυχτα.

Ωστόσο, η κόρη του βασιλιά με τα χρόνια σαν να κουράστηκε από την ταλαιπωρία ενός τέτοιου χτενίσματος και έπεσε βαριά άρρωστη, τα μαλλιά της είχαν φτάσει ως την πεδιάδα και ως το μεγάλο λιμάνι γεμίζοντας τον τόπο με βασιλικά μαλλιά που τρόμαζαν τους υπηκόους του βασιλιά. Αυτό και μόνο της απορροφούσε όλη τη δύναμη και έχανε τη θέληση να ζήσει μόλο που το ήθελε πολύ. Τότε, ο βασιλιάς πήρε απόφαση και ανακοίνωσε με αγγελιοφόρους πως εκείνος που θα καταφέρει να βρει γιατρειά στην αρρώστια της κόρης του όχι μόνο θα την παντρευτεί αλλά θα κληρονομήσει ολάκερο βασίλειο με τα πλούτη του.

Έφτασαν λοιπόν στο βασίλειο όλοι οι υποψήφιοι γαμπροί. Γιατροί και Σοφοί του κόσμου. Μάταια, προσπαθούσαν να της αποσπάσουν μια κουβέντα, μάταια προσπαθούσαν να δώσουν ερμηνεία στο κακό που τη βρήκε. Η πριγκίπισσα έμενε θλιμμένη, ετοιμοθάνατη, ξαπλωμένη στη βασιλική κλίνη του πύργου. Είχε τόσο βαρεθεί από την ανώφελη φλυαρία των γαμπρών που δε γύρναγε καν να τους κοιτάξει και ήταν Θεέ μου τόσο εξώκοσμα μαγευτική. Κρίμα που τέτοια ομορφιά θέλει να λιώσει και να πεθάνει άδοξα. Κρίμα για την κόρη του βασιλιά.

Μια μέρα όμως τύχαινε να περνά ένας αγαθός κουρέας αλόγων κοντά στο βασίλειο του Βασιλιά με την άρρωστη κόρη. Ο κουρέας αλόγων είχε μία ξύλινη βούρτσα για να βουρτσίζει τα άλογα και ένα σιδερένιο ψαλίδι για να κόβει τη χαίτη των αλόγων. Ήταν πανί με πανί μα είχε μια πλούσια καρδιά που τον ομόρφαινε και ο κόσμος τον θαύμαζε παρά την απλή τέχνη που ασκούσε. Λέγεται, ότι σα γεννήθηκε ένα μαύρο πουλί απίθωσε δίπλα στην κούνια την ξύλινη βούρτσα και λίγο μετά ένα λευκό πουλί απίθωσε με τη σειρά του δίπλα στην κούνια, δίπλα στην ξύλινη βούρτσα το σιδερένιο ψαλίδι. Ήταν από γεννησιμιού του κουρέας αλόγων. Ήταν γεννημένος και προορισμένος γι’ αυτόν τον σκοπό δίχως να καταλαβαίνει το πώς και το γιατί. Ή τι σημαίνουν αυτά τα καμώματα της μοίρας στο τέλος-τέλος.

Περνώντας μια μέρα ο αγαθός κουρέας μας από μια βρυσούλα σκαμμένη σε έναν βράχο, ένοιωσε πολύ κουρασμένος και είπε να πέσει λιγάκι για ύπνο. Στον ύπνο του πάνω ονειρεύτηκε δύο γυναίκες που τον επισκέφτηκαν για να του μιλήσουν. Η μία ήταν κακιά μάγισσα πράγμα που ο κουρέας μας δε γνώριζε. Η άλλη όμως ήταν μια καλή νεράιδα που ούτε και αυτό το γνώριζε ο κουρέας μας. Η κακιά μάγισσα για να τον παρασύρει στον ύπνο μέσα, του πρόσφερε ένα χρυσό χτένι με τόσο λεπτά δόντια που απορούσες για την κατασκευή του. Και είπε σε αυτόν με προσποιητή καλοσύνη: «Κοίτα τι χτένι! Αν γίνεις δικός μου, θα γίνει δικό σου και με τα δόντια του θα παίζεις μουσική. Αν γίνεις δικός μου το χτένι θα είναι δικό σου θα ακούει μόνο εσένα και όποιος ακούει τη μουσική σου θα ακούει μόνο εσένα. Αρκεί να ακούς, να σαι πιστός μόνο σε μένα.» Η καλή νεράιδα, όμως του έδειξε τα άδεια χέρια της και του είπε: «Δώρο δεν έχω για σένα, αν γίνεις όμως δικός μου η βούρτσα σου θα βουρτσίζει γοργά σαν αστραπή και το ψαλίδι σου θα κόβει εξίσου γοργά, αρκεί να αφοσιωθείς και να αγαπήσεις εμένα!». Ο αγαθός κουρέας μην έχοντας πιάσει ποτέ χρυσάφι στα χέρια του ή χρυσό νόμισμα προτίμησε το χρυσό χτένι και επομένως διάλεξε την κακιά μάγισσα, χωρίς να γνωρίζει ότι είναι κακιά ή ακόμα χειρότερα ότι πρόκειται για μάγισσα.

Όταν ο κουρέας ξύπνησε, βρήκε δίπλα στην ξύλινη βούρτσα και δίπλα στο σιδερένιο ψαλίδι το χρυσό χτένι του ονείρου. Ωστόσο, ο κουρέας δεν άλλαξε χαρακτήρα και ούτε του πέρασε από το μυαλό να το χρησιμοποιήσει προς όφελός του. Ίσα-ίσα συνέχισε τη δουλειά του όπως ήξερε χτενίζοντας όμορφα άλογα και το χτένι το κρέμασε μέσα σε ένα πουγκί μη μπορώντας να βρει μια χρησιμότητα γι’ αυτό. Ήταν τόσο αγαθός που ούτε που του πέρασε να το πουλήσει για χρήματα. Αυτό όμως δυσαρέστησε πολύ την κακιά μάγισσα αφού έχανε την επιρροή πάνω στον αγαθό κουρέα. Η μάγισσα -αν δεν το ξέρετε σας το λέω τώρα- είχε κάνει μάγια από φθόνο όταν γεννήθηκε το πιο όμορφο μωρό στο βασίλειο. Μάγεψε την όμορφη κόρη του βασιλιά και την καταδίκασε σε μαρτύριο σε όλη της τη ζωή.

Οι μέρες περνούσαν και η κόρη του Βασιλιά μέρα με τη μέρα μαραινόταν όλο και πιο πολύ. Ο βασιλιάς τρομοκρατημένος έστειλε όλους τους υπηρέτες, και τους αυλικούς να μηνύσουν σε όλη την επικράτεια τη βασιλική του διαταγή, ώστε να βρεθεί επιτέλους κάποιος που θε να σώσει το μοναχοπαίδι του από σίγουρο θάνατο. Έτσι, ένας τελάλης συναπάντησε τον αγαθό κουρέα που πληροφορήθηκε ότι σύντομα η πανέμορφη βασιλοπούλα θε να πεθάνει. Ο αγαθός κουρέας που ποτέ του δε στεναχωρήθηκε για τη μεγάλη του φτώχια, έκλαψε και πόνεσε με το άσχημο μαντάτο και σίγουρος πήρε απόφαση να πάει να δει την κόρη του βασιλιά με την αλλόκοτη ασθένεια και να την κουρέψει ώσπου να απαλλαχτεί από το μαρτύριο των μαλλιών. Έτσι, πήρε δρόμους και δρόμους άφησε. Κίνησε αποφασισμένος για Τη κλίνη με την άρρωστη κόρη του βασιλιά. Οι μέρες περνούσαν και μόλις ο κουρέας αλόγων έφτασε να δει το κάστρο όπου έμενε η κόρη του βασιλιά ήρθε το μαύρο μαντάτο. Όλη η περιοχή είχε βυθιστεί στο πένθος και κορδέλες μαύρες είχαν κρεμαστεί στα γύρω δέντρα και στα γύρω σπίτια. Οι γιατροί έλεγαν ότι η κόρη του βασιλιά έχει χρόνο ζωής μέχρι τα ξημερώματα και όταν θα βγει ο ήλιος στις έξι το πρωί στις πρώτες ηλιαχτίδες θα ξεψυχούσε. Ο αγαθός κουρέας ένοιωσε να χάνει το έδαφος κάτω από τα πόδια του.

Έτσι, ο φτωχός κουρέας επισκέφτηκε το κάστρο και ξεχώρισε ήδη από κάτω τη θεϊκή ομορφιά της κόρης του βασιλιά που για λίγο είχε ανασηκωθεί να κοιτάξει ποιος είχε πλησιάσει μιας και στην είσοδο είχε πολύ φασαρία από τον νέο επισκέπτη. Συγκινημένος ξανάνοιωσε κούραση και έπεσε δίπλα σε έναν θάμνο για να κοιμηθεί. ΄΄Ηταν νωρίς το απόγευμα και στον ύπνο του είδε την κακιά μάγισσα που του είπε, «Βιάσου και χρησιμοποίησε το χτένι για να γίνεις βασιλιάς και όλοι να σε υπακούουν στις διαταγές σου. Το χτένι μέχρι τα χαράματα θα είναι μαγικό. Αν δεν το χρησιμοποιήσεις μέχρι τις έξι δε θα γίνεις ποτέ βασιλιάς». Όταν όμως ήρθε η σειρά της καλή νεράιδας ο καλός κουρέας ξαφνιάστηκε. Η καλή νεράιδα έκλαιγε, έκλαιγε δίχως να μιλεί και όταν σήκωσε το κεφάλι να τον κοιτάξει είδε την όψη της κόρης του βασιλιά. Έτσι, ο κουρέας αρνήθηκε την πίστη του στην κακιά μάγισσα και ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα.

Όταν ξύπνησε διαπίστωσε ότι το χτένι είχε γίνει ένα με το χέρι του. Τον τιμωρούσε η μάγισσα για την απιστία που της έδειξε. Ο καλός κουρέας τρόμαξε πολύ και βάλθηκε να σκεπάζει το μαγικό χτένι που μόνο τρόμο θα έφερνε σε όποιον το έβλεπε. Πήρε μαζί του τα σύνεργα, το ψαλίδι και τη βούρτσα και έτρεξε στο κάστρο με την κόρη του βασιλιά.

Στην είσοδο συνάντησε όλο το ιππικό του βασιλιά. «Που πας εσύ μέσα στη νύχτα; Τι θες, δε βλέπεις το πένθος, ανόητε;». τον ρώτησε ο αρχηγός του ιππικού. «Πάω άρχοντα να βοηθήσω την κόρη του βασιλιά.» Ο αρχηγός του ιππικού τον κοίταξε καχύποπτα και διέταξε να τον συλλάβουν για ταραχοποιό. «Ο βασιλιάς είναι θλιμμένος που δεν υπάρχει γιατρειά. Αν με αφήσετε θα την κάνω καλά.» είπε ο αγαθός κουρέας. Όμως ο αρχηγός του ιππικού τόσο θύμωσε με την αλαζονεία του κουρέα, που σήκωσε το ξίφος να τον σκοτώσει και πρόσταξε το άλογο του να τον ποδοπατήσει. Διαμιάς ο κουρέας εμφάνισε το κρυμμένο του χέρι με το χρυσό χτένι. Έπαιξε με τα δάχτυλά του που ήταν μύτες από το χτένι και πρόσταξε τον αρχηγό του ιππικού να τον αφήσει να περάσει. Και ο αρχηγός του ιππικού μαγεμένος του επέτρεψε να περάσει και όλοι οι έφιπποι κατέβηκαν από τα άλογά τους για να τον προσκυνήσουν. Όμως, ο κουρέας δεν ευχαριστήθηκε απ’ αυτό γιατί το μυαλό του ήταν στην κόρη του βασιλιά που τόσο αγαπούσε, την είχε ερωτευτεί και ήθελε να την ξαναδεί ζωντανή. Η ώρα είχε πάει δύο τα ξημερώματα. Η κόρη του βασιλιά είχε χρόνο μέχρι της έξι το πρωί και έτσι λάλησε ο πετεινός για πρώτη φορά και ο αγαθός κουρέας ανατρίχιασε για πρώτη φορά.

Όταν μπήκε μέσα στο κάστρο της κόρης του βασιλιά συνάντησε τον αρχι-οικονόμο μαζί με όλους τους υπηρέτες μαζεμένους κοντά του. «Τι θέλεις στις δύο τα ξημερώματα, ανόητε δε σέβεσαι το πένθος μας;» τον ρώτησαν με αγριότητα. «Θέλω να κάνω καλά την κόρη του βασιλιά.» «Μα δεν υπάρχει γιατρειά!» του απάντησαν όλοι καχύποπτα. Ύψωσαν τις κουτάλες και τις σκούπες για να τον χτυπήσουν και να τον παραδώσουν στον αρχηγό του ιππικού. Τότε, ο αγαθός κουρέας ξεσκέπασε το μαγεμένο χέρι και όλοι έμειναν άφωνοι μπροστά στο χρυσό χτένι. Ο κουρέας μην χάνοντας χρόνο έπαιξε με τα δάκτυλά του που είχαν μεταμορφωθεί σε δόντια από το χρυσό χτένι μια μελωδία και όλοι έπεσαν στο πάτωμα να τον υπακούσουν. Εκείνος όμως, αντί να χαρεί με την υπακοή τους απλά τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να βρει το δωμάτιο της κόρης του βασιλιά. Η ώρα όμως είχε πάει πέντε το πρωί και τότε λάλησε για δεύτερη φορά ο πετεινός και ο αγαθός κουρέας που είχε ιδρώσει από την αγωνία μέχρι να βρει μόνος του το σωστό δώμα που καθόταν η κόρη του βασιλιά ανατρίχιασε για δεύτερη φορά.

Ο αγαθός κουρέας άνοιξε όλες τις πόρτες και όλοι τον προσκύναγαν, αλλά αυτό δεν του έφερνε ευχαρίστηση παρά τρόμο μη και δε δει ζωντανή την κόρη του βασιλιά. Σε μία ώρα θα πέθαινε και τίποτα στον κόσμο δε θα μπορούσε να παρηγορήσει την καλή καρδιά του, που χτυπούσε δυνατά από αγάπη. Κάποτε άνοιξε το μοναδικό δωμάτιο που δεν είχε ψάξει και κει βρήκε την κόρη του βασιλιά ξαπλωμένη με τους δύο χείμαρρους από μαλλιά να χρυσίζουν κάτω από το αχνό φως της πανσελήνου και να απλώνονται μίλια μακριά. Ο βασιλιάς πατέρας της έκλαιγε στο πλευρό της και είχε απιθώσει το στέμμα και το σκήπτρο στα πόδια του ετοιμοθάνατου παιδιού του.

Όταν μπήκε ο αγαθός κουρέας. Το χρυσό χτένι φαινόταν ξεκάθαρα. Ο βασιλιάς ταράχτηκε και του αρνήθηκε να σιμώσει την ετοιμοθάνατη. «Όλα τελείωσαν, να ξημερώνει δες και μόνος σου.», είπε στον αγαθό κουρέα. Μα ο αγαθός κουρέας για να μπορέσει να δράσει ανενόχλητα έπαιξε την πειθήνια μουσική από το μαγικό του χτένι. Τότε, ήταν που μόλις ξημέρωνε και λαλούσε για τρίτη και τελευταία φορά ο πετεινός. Ο αγαθός κουρέας αντί να ζητήσει να γίνει βασιλιάς στη θέση του βασιλιά ζήτησε απλά να γίνει καλά η κόρη του βασιλιά. Και όντως η κόρη του βασιλιά ξύπνησε αναζωογονημένη και του έριξε μια ματιά όλο αγάπη. Μαζί με το ξημέρωμα διαλύθηκε το σκοτάδι της νύχτας και εξαφανίστηκε το χτένι που παραμόρφωνε το αριστερό χέρι του αγαθού κουρέα…

Ο αγαθός κουρέας, όμως, που είχε καταλάβει τι είχε συμβεί. έπιασε με τα δυο του χέρια βούρτσα και ψαλίδι και βάλθηκε με το αριστερό να χτενίζει και με το δεξί να κουρεύει το πολύ μαλλί. Όλο υπομονή ο αγαθός κουρέας βούρτσιζε και βούρτσιζε, κούρευε και κούρευε. Σκυμμένος πάνω από την αγαπημένη του δούλευε για σαράντα μέρες και νύχτες δίχως σταματημό και ο χείμαρρος του μαλλιού όλο και λιγόστευε. Ώσπου το βράδυ της τελευταίας μέρας έπεσε σχεδόν ξέψυχος πάνω στην αγκαλιά της αγαπημένης του. Κοιμήθηκε για άλλες σαράντα μέρες και νύχτες και όταν επιτέλους ξύπνησε είδε ότι τον είχαν ντύσει βασιλιά και ότι φορούσε το στέμμα και το σκήπτρο του βασιλιά και στο πλευρό του καθόταν βασίλισσα η κόρη του βασιλιά. Η κόρη του βασιλιά είχε δύο κοντές πλεξούδες και μπορούσε πλέον να σαλεύει και να περπατάει ελεύθερη.

Όσο για την ξύλινη βούρτσα λέγεται ότι την έκλεψε ένα μαύρο πουλί και το δε σιδερένιο ψαλίδι ένα δεύτερο λευκό πουλί. Σκοπεύουν να τα παραδώσουν σε κάποιον αγαθό κουρέα και να ξαναρχίσει η ιστορία πάλι από την αρχή….

©Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Δείτε τις υπόλοιπες συμμετοχές από το περιοδικό Λύκος:
Συμμετοχές Περιοδικού “Λύκος”

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: