Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Ψυχή

Ένα στρογγυλό σούρουπο με περιμένει πάνω στον προφήτη Ηλία κι είναι η αποκάλυψη που φανερώνεται ως σύθαμπο ηλεκτρισμένο. Και κλαίω-κλαίω με καπνούς που βγαίνουν από το φουγάρο που λέγεται εργοστάσιο παραγωγής συναισθημάτων. Αχ, να ήταν η ζωή δυο φορές: τη μια να πεθαίνω, τη μια να ανασταίνομαι σε αέρα που μετακινεί αντικείμενα και τρομάζει τους ζωντανούς. Ο Μπάρμπα Γιάννης είναι άρρωστος ακίνητος μέσα στα σεντόνια που ανθίζουν νούφαρα κι εγώ σε ένα επίπεδο πιο πάνω αναλογίζομαι σε ποια ζωή θα τον ξαναδώ να μιλήσουμε για εκείνες τις αστείες περιπέτειες με αστυνομικούς και ναζί που υψώνονται σε σημαία και διεκδικούν φύλλα ιτιάς που πέφτουν πάνω σε μαλακιές ράχες και σχηματίζουν βάσανα και τιμωρίες. Αχ σε ποια ζωή θα σε ξαναδώ άραγε; Τι ενύπνιο είναι αυτό που φιγουράρει και ξέρω ότι για να γίνει η κάθαρση ο Άγιος Εμμανουήλ πρέπει να μιλήσει τις χίλιες γλώσσες των ανθέων και από αυτές να συλλέξουν τα άγρια χαράματα τα μύρια πέταλα τα κόκκινα του μαρτυρίου και με αυτά να φυλακίσουμε το άρωμα ζωής σε στενά μπουκαλάκια.

Ήταν εξαίρετος ο χορός μας εκεί πάνω στο εκκλησάκι του προφήτη Ηλία. Ήταν οι Άγγελοι απρόσεχτοι μεθύστακες που ξέχασαν για μια μόνο στιγμή το καντηλάκι και ξοδεύτηκε η ζωή του κεριού κι ωχ τι κρίμα τόσα παλικάρια και τόσες κόρες με κοντά κουρέματα. Τις δρεπανοφόρες μυρωδιές να χάσουν. Τα δειλινά του Αλέξανδρου να ξεχάσουν με τις μουσικές στις κάτω ακρογιαλιές. Κι μαύρες χήρες και μαυροφορεμένες μάνες βαδίζουν μέσα στα στενά σοκάκια της Κούλουρης. Και βαδίζουν οι νεκροί μαζί με τους ζωντανούς. Κι αλήθεια είναι ότι δεν τους βλέπουμε στα μάτια, αλλά με την καρδιά κι με το τσιτωμένο δέρμα σα σύγκρυο τρόμου. Τους παίρνουμε για σκιές και τους αγνοούμε για μακάρια σκουλήκια στα μήλα της αυλής. Κι όλες αυτές οι στρατιές από τόσους πεθαμένους έρχονται και συγκεντρώνονται στο εκκλησάκι του Αγίου Δημήτριου σαν ματρίς και αλογάκια της παναγίας. Κι εκεί ανάμεσα στα καθίσματα είναι στριμωγμένος σε καθιστή στάση ο ΚαραΪσκάκης ο βωμολόχος ο γιος μιας μοναχής ο γιος ενός μπάσταρδου πατέρα και η επανάσταση μένει στο χαρτί και ο εαυτός μου δακρύζει και αγωνιά για την επαύριο των ζωντανών. Και το μέλλον δυσοίωνο και η θροφή λιγοστή και τα στόματα τόσα πολλά και διαφορετικά. Πασχίζουν να βρουν λίγη μελάνη να εκφραστούν σε μια γεωγραφία αίματος. Όλα ψέματα και ο Ερμής περιχαρής για τα καινούργια του παπούτσια φτερουγίζει δίπλα στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Και τα δάκρυα μέσα στη σιγαλιά γίνονται κίτρινη βροχή που μακάρια πίνει ο τόσο ξεραμένος τόπος. Και καρέκλες και τραπέζια διάσπαρτα πεταμένα στη μέση των δρόμων. Η εμποροπανήγυρης εξαφάνισε την φυλή των ανθρώπων σε δέντρα απογυμνωμένα από κάθε φυλλωσιά .Κι τα δάκρυα βροχή και η βροχή υπόγειος ποταμός κάτω από το οίκο της Αγίας Ιωάννας της μονολεκτικής. Ξέρω ότι η νύχτα θα αλλάξει δέρμα. Θα γίνει μέρα και τα μέρη της νιότης αιώνας κι η αιωνιότητα καπνός και στάχτη στο τσουκάλι μιας μακάριας ή μακάβριας καρδιάς. Κι όλα αυτά γιατί δεν έμαθα να αποστηθίζω στίχους από στρατιώτες και το όπλο απείθαρχο πέφτει με ρόγχο στο πεζούλι και η σφαίρα εξοστρακίζει σε φάκελο και το λεπίδι που το κόβει είναι πικρό και η στεναχώρια έρχεται ως λύπη και φάρμακο που παχύνει μαλακούς αμνούς και μαξιλάρια ζωντανά με όνειρα.

Κι πυροβολώ αυτό το μαξιλάρι που με κοιμίζει. Μαχαιρώνω αυτά τα σεντόνια με το ακούραστο χάδι τους. Καίω το κρεβάτι που με ησυχάζει. Κι το δωμάτιο του ύπνου αμπαρώνω. Γιατί στον τόπο αυτό ο ναρκωμένος πράττει ύβρη. Ο μακάριος έκπτωτος ζει και στο σπίτι που πεθαμένου μη μιλάς για γη…

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: