Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Έως Το Έως

Posted in Uncategorized on June 20, 2016 by cassandrasbox

salamis

Σαλαμίς, εικοστή μέρα του Ιούνη, 16′

 

Το φως του ήλιου θα πέσει στην πιο άβυσσο καταρράκτη της καρδιάς. Κι από το πλέγμα που θα στήσουν τα άστρα με τα νεφελώματα θα προκύψει μια βοή ανθρώπινη πιο πνιγηρή από του Αιόλου τις παλινωδίες. Ήταν το κρίμα δεμένο στον λαιμό όπως ένα κοφτερό λεπίδι στην άκρη του νήματος. Ύστερα, η βοή συθέμελα συντάραξε την πλάση. Ήταν λύκοι σε αγέλη οι συνειρμοί και βγήκαν να δαγκάσουν τη σάρκα της πανσελήνου που πλήρης την 21 του Ιούνη κοίταζε τον πλανήτη γη όπως η ηλιόλουστη κόρη τον εκτελεστή της. Κι όμως στα σύννεφα υπάρχει δικαιοσύνη που βρέχει μια βροχή στο καυτερό χωριό που πάσχει από σύγχυση ήθους. Ήταν ένα καραούλι ένα γιαταγάνι που έκοβε με σπαθιές τον ουρανό. Ήταν τα παιδιά που έπεφταν στη γη σαν άστρα. Γεννιόντουσαν σα νούφαρα στην ήσυχη λίμνη. Η μοναξιά φύτρωνε κισσούς και κάλυπτε τα πάντα. Από τον αρχαίο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο έως τον μελαγχολικό όλο υγρασία ναό του μεγάλου μαχαιριού. Όλοι οι τόποι, όλοι οι άνθρωποι και πλάσματα αγωνιωδώς πρόσμεναν το πέρασμα του μεγάλου αστεριού πάνω από το πλατύ μέτωπο της ολονυχτίας. Βγήκαν περαντζάδα το βράδυ κρατώντας φαναράκια. Μια κηδεία ξεχασμένη, είχε χάσει τη διαδρομή για το νεκροταφείο και μέρες περιφερόταν ως αργά το βράδυ στο νησί. Οι άνθρωποι ήσαν σκιές του ανέμου και σκόνη. Άλλοτε φώναζαν και σπάραζαν και οι γραμμές τους συγκεκριμενοποιούνταν. Άλλοτε σκλήριζαν και το σχήμα τους ξεθώριαζε σε ομίχλη. Και το νησί καλύφθηκε από μια αστρική άχλη που θα παρέμενε έως το έως γίνει από χρονικό επίρρημα σε ρήμα τέλους και σκοπού. Οι μέρες γίνανε νύχτες. Οι εποχές στιγμές και οι αιώνες ακλόνητοι βράχοι στην έξοδο του τάφου.

Advertisements

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Ευχαριστώ

Posted in Uncategorized on June 10, 2016 by cassandrasbox

sea

(photo by http://globe-views.com)

Μικρά θαύματα σαν πέρλες. Και λέξεις όνειρο από σουγιά. Ξύριζα τη μέρα σε νύχτα και τα μαλλιά του σκοταδιού τύλιγαν σαν υγρό της καρδιάς τον πυθμένα. Ευχαριστώ έγνεψα στην θεά Ίσις. Γιατί το βουνό ήταν αψηλό και με τη σκιά του με προστάτευε από τη λάβα που εκσφενδονιζόταν από το πυριφλεγές εσωτερικό. Ευχαριστώ ψέλλισα όταν στο σπάσιμο του γυαλιού μπήκε προστατευτικό μπαμπάκι μπροστά στα μάτια μου τώρα βλέπω και γνέφω ξέγνοιαστη χρυσή τυφλότητα. Ευχαριστώ έγνεψα του ουρανού που παραμένω αέρινη οπτασία και πνεύμα αντιρρησία. Ευχαριστώ έγνεψα της θάλασσα που παραμένω αλμυρή νοσταλγία και μνήμη ελέφαντα κάθε τόπου κακότητα. Και στον ήλιο που καίει έσκυψα με το ένα χέρι στην καρδιά και ευχαρίστησα για τις σουβλιές που μου στέλνει, που μου καίει το παρτέρι, που μου σκοτεινιάζει το δέρμα. Για όλα αυτά έγνεψα ευχαριστώ. Και δεν ήξερα αυτό το ευχαριστώ σαν τι θα σήμανε. Σα νεύμα κατανόησης ή σαν ανταλλαγή ιδεών. Δεν ήξερα. Και την κατανόηση της άγνοιας, ονόμασα ευχαριστώ. Τη γνώση παρακαλώ.

 

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Οφηλίας Ρήμα

Posted in Uncategorized on May 15, 2016 by cassandrasbox

ellen_kooi_almere_ophelia-2006

(Photo byEllen Almere Kooi-Ophelia,2006)

Οφηλία, ένα πρόσωπο γνωστό. Φοβάσαι ξέρω το νερό. Όπως ο κρεμασμένος και το σπίτι του το σκοινί. Οφηλία, πρόσωπο κλασσικό με μια ομορφιά που θέλει χαραμισθεί. Ένεκα εκείνης της αγάπης που το όμορφο και ανθηρό σκοπός του να μαραθεί. Από πόνο για τη ματαιότητα. Από τη βεβαιότητα ότι όλα επιστρέφουν από το πρώτο χώμα που προήλθαν. Κι ο ουρανός το βράδυ. Θα γεμίσει από λευκά σύννεφα που σχηματίζουν τα κόκκαλα και τα πλευρά. Θα είναι σαν παραλία με λευκή άμμο. Όταν θα γνωρίζουμε Οφηλία ότι πέθανε για έναν σκοπό. Για τη βεβαιότητα της αγάπης που πεθαίνει. Μα ξανάρχεται σε ρίπους. Να σου θυμίζουν ότι θέλει δύο η αγάπη. Μα ο θάνατος παίρνει μόνον τον ένα. Κι αυτό το ένα γίνεται ύστερα αιώνας και θυμάται τα πάντα. Οφηλία ένα πρόσωπο γνωστό. Ναι, ξέρω δε φοβάσαι να πεθάνεις.

Είναι το ρήμα και το πεπρωμένο πικρό της Οφηλίας. Θα σου οφείλω πάντα έναν θάνατο και την αγάπη του. Είναι το ρήμα της Οφηλίας. Ρήμα και παροιμία. Παροιμιώδης θάνατος. Στο νερό απλώνονται με χάρη τα μαλλιά. Ισορροπείς με τα χέρια ανοιχτά. Ο θάνατος ελευθερώνεται σαν αναπνοή. Και το σώμα εκεί στο νερό. Στην ομορφιά της λίμνης του ποταμούς. Σε χαίρω Οφηλία. Γιατί ξέρεις να πεθαίνεις και να παραδίδεις τα σκήπτρα σου. Ως βασίλισσα του ποταμού. Και να γίνεσαι θέμα σε πίνακες και ποιήματα και τραγούδια. Να σε τρέχουν οι ζωντανοί και να μη σε φτάνουν πεθαμένη. Εσύ εκεί, εμείς εδώ Οφηλία. Ω, Οφηλία και από το πρωί σου φτιάχνω μια πρόζα που σε αποθανατίζει ως βραδινή μούσα. Του μεταμεσονυχτίου άστρο. Γοργόνα του νερού. Νούφαρο του πελάγου. Εσύ εκεί. Εμείς εδώ.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι,Οι Ρώσοι το Προτιμούν Καυτό

Posted in Uncategorized on May 13, 2016 by cassandrasbox

 

lenin-embalmed-body-01Ένα μικρό τραγούδι θα σας πω. Στο σπίτι των κόκκινων θα μπω. Κι αυτό που έμοιαζε με ρωσία, δεν είναι άλλο από τους τάρανδους που κάθονταν έξω από το σπίτι μου και με καλούσαν να ντυθώ μπαμπούσκα ασπροκόκκινη να γίνω. Να καθίσω ήσυχα-ήσυχα δίπλα από τον τσάρο που έλκουν το αμάξι του άλογα φασκιωμένα με καπελάκια και κουδουνάκια χάλκινα. Στα μεγάλα χτήματα οι αγρότες ψάλλουν προσευχές για την ευημερία του τσάρου. Κι ευτυχούν χαρούμενοι όλοι χειροκροτώντας παλαμάκια. Στην υγεία του τσάρου λοιπόν. Στην υγεία των γκουλάκ. Κι ας στείλουμε τον ντοστογιέφσκι στον βορρά με τους αντιδραστικούς, αφού τα έβαλε με το λευκό υπέροχο σε όψη χιόνι. Κι είναι η ευτυχία ένας αψεγάδιαστος ουρανός πάνω από την κόκκινη πλατεία. Και στην έπαλξη μέσα στο γυάλινο φέρετρο ο λένιν με το ζωγραφιστό μουστάκι του και δίπλα του ο ταριχευμένος στάλιν στην πολυθρόνα του ψελλίζει το τραγούδι που θέλω να σας. Που μιλά για φιλήσυχος αγρότες. Για εργάτες πιστούς στους τσάρους. Κι οι τσάροι να σφάζουν λείους χοίρους και να πίνουν το πανάκριβο ποτό φτιαγμένο από το αίμα και τον ιδρώτα των δούλων. Κι αυτή ήταν η ρωσία που ονειρεύτηκα. Να γίνω βορράς, να γίνω αστέρια και χιόνι που θα καλύπτει την απεραντοσύνη της. Να γίνω τραγούδι και να γίνω αίτια χορού για όλες τις όμορφες λευκές κοπέλες. Αυτά.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Τα σκατά των Εγγλέζων

Posted in Uncategorized on May 9, 2016 by cassandrasbox

desert_rose_bonsai6

Πιθηκίζοντας τον ουρανό. Βρέχει μπανάνες εκεί πέρα. Και νότες αυτές οι θαυμάσιες μουσικές που ακούγονται σαν προσευχές και εξεγείρομαι μπροστά σε μυστικό ευαγγέλιο. Ήταν το έρεβος κουβέρτα σου είπες. Κι έπλασα άστρα και τα κέντησα πάνω στο καυτό κορμί.  Συνταίριαξα τις συντεταγμένες. Στηρίχθηκα σε αρχαίες δοξασίες που έλεγαν του θανάτου σου η αστρολογία θα φανερώσει τον τόπο που οι δολοφόνοι σου σε έριξαν σε ένα μπουντρούμι να κλαις ζωντανός μάρτυρας. Που είδες να χαράζουν έγγραφα και διακηρύξεις και αλληλομηνύσεις και να σε χρησιμοποιούν για σελίδα και ταχυδρόμο άχρηστων πληροφοριών. Μηνούσε και έβριζε ο ένας τον άλλον και από τη μία χωματερή στέλνανε ξεφλουδισμένες μπανάνες και ψόφιους πίθηκους πακέτα με εσώκλειστα ανώνυμα απειλητικά γράμματα. Στο τέλος αποφάσισαν σιωπηλοί. Ο βασιλιάς όλων των χωματερών θα γίνει ο μίστερ καμβύσης ο αβγουλολάτρης. Αυτός που παράτησε τις χωματερές πριν δέκα χρόνια για να πιάσει δουλειά στους απόπατους των Εγγλέζων. Στα σκατά το σκατό επικράτησε και από μακριά η οσμή φαινόταν σαν τρεμάμενη οπτασία, αλλά όχι και στους ίδιους που το συνήθισαν κι αυτό μεταξύ άλλων.

Γιατί η έρημος έχει αυτήν ακριβώς την ικανότητα. Τον άνθρωπο να τον κάνει κυνικό και κακό και ζώο σαρκοβόρο που ξεδιψά και αποπατεί τον άνθρωπο αδερφό. Αλήθεια σοβαρολογώ.

Κι αν επέρασες την έρημο σαν νομάς ή σας ναυαγός κι επιβίωσες, ξέρεις σίγουρα για ποια οπτασία μιλώ. Ξέρεις ήδη τον άνθρωπο που στην ανάγκη του μοιράζει ξυλάκια κοντά μακριά για να διαχωρίσει δήθεν δίκαια ποιος πρώτος θα φαγωθεί εξαιρουμένου του εαυτού του.

Κι όλα αυτά νομιμοποιούνται από το δίκαιο της επιβίωσης τη λογική της ζούγκλας μέσα στις αιγυπτιακές ερήμους. Ακόμα επικυρώνεται από το αγγλικό ναυτικό δίκαιο που ξέπεσε κι αυτό τον πρώτο και δεύτερο παγκόσμιο δίπλα στις πετρελαιοφόρους χώρες της Αφρικής. Και από τα ανώτερα δικαστήρια επικυρώνονται ετούτου του τόπου που λοιδορεί και ψεύδεται σαν φαραώ, σαν πυραμίδα και δούλος ταυτόχρονα. Αλλά αγαπητέ τίποτα δεν μένει κρυφό κάτω από τον ήλιο.

Εδώ λοιπόν σε τούτη την έρημο χώρα των κακομοίρηδων θα θεωρούμε τα σκατά μετεξέλιξη της τροφής. Λίπασμα θα είναι σαπρόφιλων φυτών κι όχι κακό το σκατό και παράδειγμα προς αποφυγήν. Είναι εφάμιλλο του φελλού που επιπλέει στη θάλασσα μυαλών. Είναι εκείνη η οντότητα που πάντα επιβιώνει εις βάρος των άλλων. Είναι τα σκατά των εγγλέζων. Εγκιβωτισμένα μέσα σε δεξαμενές σε κτήματα της Αιγύπτου. Είναι απότοκος και προϊόν αιματοχυσιών και πολέμων. Είναι επαναλαμβάνω τα σκατά των εγγλέζων.

 

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Ψυχή

Posted in Uncategorized on May 3, 2016 by cassandrasbox

Ένα στρογγυλό σούρουπο με περιμένει πάνω στον προφήτη Ηλία κι είναι η αποκάλυψη που φανερώνεται ως σύθαμπο ηλεκτρισμένο. Και κλαίω-κλαίω με καπνούς που βγαίνουν από το φουγάρο που λέγεται εργοστάσιο παραγωγής συναισθημάτων. Αχ, να ήταν η ζωή δυο φορές: τη μια να πεθαίνω, τη μια να ανασταίνομαι σε αέρα που μετακινεί αντικείμενα και τρομάζει τους ζωντανούς. Ο Μπάρμπα Γιάννης είναι άρρωστος ακίνητος μέσα στα σεντόνια που ανθίζουν νούφαρα κι εγώ σε ένα επίπεδο πιο πάνω αναλογίζομαι σε ποια ζωή θα τον ξαναδώ να μιλήσουμε για εκείνες τις αστείες περιπέτειες με αστυνομικούς και ναζί που υψώνονται σε σημαία και διεκδικούν φύλλα ιτιάς που πέφτουν πάνω σε μαλακιές ράχες και σχηματίζουν βάσανα και τιμωρίες. Αχ σε ποια ζωή θα σε ξαναδώ άραγε; Τι ενύπνιο είναι αυτό που φιγουράρει και ξέρω ότι για να γίνει η κάθαρση ο Άγιος Εμμανουήλ πρέπει να μιλήσει τις χίλιες γλώσσες των ανθέων και από αυτές να συλλέξουν τα άγρια χαράματα τα μύρια πέταλα τα κόκκινα του μαρτυρίου και με αυτά να φυλακίσουμε το άρωμα ζωής σε στενά μπουκαλάκια.

Ήταν εξαίρετος ο χορός μας εκεί πάνω στο εκκλησάκι του προφήτη Ηλία. Ήταν οι Άγγελοι απρόσεχτοι μεθύστακες που ξέχασαν για μια μόνο στιγμή το καντηλάκι και ξοδεύτηκε η ζωή του κεριού κι ωχ τι κρίμα τόσα παλικάρια και τόσες κόρες με κοντά κουρέματα. Τις δρεπανοφόρες μυρωδιές να χάσουν. Τα δειλινά του Αλέξανδρου να ξεχάσουν με τις μουσικές στις κάτω ακρογιαλιές. Κι μαύρες χήρες και μαυροφορεμένες μάνες βαδίζουν μέσα στα στενά σοκάκια της Κούλουρης. Και βαδίζουν οι νεκροί μαζί με τους ζωντανούς. Κι αλήθεια είναι ότι δεν τους βλέπουμε στα μάτια, αλλά με την καρδιά κι με το τσιτωμένο δέρμα σα σύγκρυο τρόμου. Τους παίρνουμε για σκιές και τους αγνοούμε για μακάρια σκουλήκια στα μήλα της αυλής. Κι όλες αυτές οι στρατιές από τόσους πεθαμένους έρχονται και συγκεντρώνονται στο εκκλησάκι του Αγίου Δημήτριου σαν ματρίς και αλογάκια της παναγίας. Κι εκεί ανάμεσα στα καθίσματα είναι στριμωγμένος σε καθιστή στάση ο ΚαραΪσκάκης ο βωμολόχος ο γιος μιας μοναχής ο γιος ενός μπάσταρδου πατέρα και η επανάσταση μένει στο χαρτί και ο εαυτός μου δακρύζει και αγωνιά για την επαύριο των ζωντανών. Και το μέλλον δυσοίωνο και η θροφή λιγοστή και τα στόματα τόσα πολλά και διαφορετικά. Πασχίζουν να βρουν λίγη μελάνη να εκφραστούν σε μια γεωγραφία αίματος. Όλα ψέματα και ο Ερμής περιχαρής για τα καινούργια του παπούτσια φτερουγίζει δίπλα στο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία. Και τα δάκρυα μέσα στη σιγαλιά γίνονται κίτρινη βροχή που μακάρια πίνει ο τόσο ξεραμένος τόπος. Και καρέκλες και τραπέζια διάσπαρτα πεταμένα στη μέση των δρόμων. Η εμποροπανήγυρης εξαφάνισε την φυλή των ανθρώπων σε δέντρα απογυμνωμένα από κάθε φυλλωσιά .Κι τα δάκρυα βροχή και η βροχή υπόγειος ποταμός κάτω από το οίκο της Αγίας Ιωάννας της μονολεκτικής. Ξέρω ότι η νύχτα θα αλλάξει δέρμα. Θα γίνει μέρα και τα μέρη της νιότης αιώνας κι η αιωνιότητα καπνός και στάχτη στο τσουκάλι μιας μακάριας ή μακάβριας καρδιάς. Κι όλα αυτά γιατί δεν έμαθα να αποστηθίζω στίχους από στρατιώτες και το όπλο απείθαρχο πέφτει με ρόγχο στο πεζούλι και η σφαίρα εξοστρακίζει σε φάκελο και το λεπίδι που το κόβει είναι πικρό και η στεναχώρια έρχεται ως λύπη και φάρμακο που παχύνει μαλακούς αμνούς και μαξιλάρια ζωντανά με όνειρα.

Κι πυροβολώ αυτό το μαξιλάρι που με κοιμίζει. Μαχαιρώνω αυτά τα σεντόνια με το ακούραστο χάδι τους. Καίω το κρεβάτι που με ησυχάζει. Κι το δωμάτιο του ύπνου αμπαρώνω. Γιατί στον τόπο αυτό ο ναρκωμένος πράττει ύβρη. Ο μακάριος έκπτωτος ζει και στο σπίτι που πεθαμένου μη μιλάς για γη…

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Δύσκολες Μέρες

Posted in Uncategorized on April 18, 2016 by cassandrasbox
ringo-days

celluloidwickerman.com

Θα έρθουν δύσκολες μέρες. Που δε θα μπορείς να πεις το ρο. Που θα κρατάς μια σακούλα και από την τρύπα θα σώνεται ο αέρας που φύλαξες για τα παιδιά σου. Θα έρθουν δύσκολες μέρες που δε θα σε αναγνωρίζουν για άνθρωπο, που θα κρατούν καρφιά και καρφίτσες στα χέρια και θα επιμένουν να σου δώσουν χειραψία ευγενική και σταθερή και ζεστή τάχατες για να γνωριστείτε καλύτερα στον πόνο. Και το πουλάκι που κάθεται στο κλαδί και τσιμπολογά με το ράμφος του τις μέρες, ξέρει καλά να καρπίζει από το ξηροκάρπι την ουσία και από τον λαμπερό ήλιο τη ζεστασιά. Θα έρθουν δύσκολες μέρες μου τραγουδούν τα δέντρα με τα ξεπαγιασμένα τους κλαδιά και βλέπω μηνύματα-πουλιά να πετούν από δέντρο σε δέντρο και από παντελόνι σε παντελόνι διαδίδοντας εκείνη την παλιαρρώστια που λέει ότι εσείς και τα παιδιά σας θα υποφέρετε από ανίατες αρρώστιες, όπως η έλλειψη αέρα, η έλλειψη ιδεών και γης και νερού και οικίας για να στρέψετε τα νώτα σας και να προστατέψετε το κεφάλι σας. Αυτές τις δύσκολες μέρες σκέπτομαι και συλλογιέμαι και κατανοώ ότι για να τις αποφύγω θα πρέπει να φυγαδεύσω τον όμορφο εαυτό μου με τις ελπιδοφόρες σκέψεις του σε άγνωστες παραλίες. Γιατί είναι κατάρα η λατρεία του κόσμου και θα πρέπει να σε παραξενεύει αν όχι να σε τρομάζει όταν αυτή στρέφετε περίεργα κοντά σου. Γιατί ξέρω όπως και κατανοώ ότι ο κόσμος ή θα με δικάσει ή θα με αποθεώσει παράλογα θερμά και συνάμα εκείνο το οπτικό νεύρο θα πάλλεται και θα με κρατά σε εγρήγορση που λέγεται αγωνία και αϋπνία. Κι ο παλμός θα παρατηρεί τη δύσκολη μέρα να σκληραίνει και να γίνεται αστραφτερή μέσα στο ατσάλι της. Έρχονται δύσκολες μέρες και γω με ένα χάρτινο καραβάκι βγαίνω με ολάνοιχτα πανιά στην τρισμέγιστη καταιγίδα. Αυτή της παιγνιώδους άγνοιας. Με ένα χαμόγελο μπροστά στο βάθρο. Με ένα χαρούμενο αντίο να αντιλαλεί την άβυσσο.